Το νέο νομοσχέδιο για την αναμόρφωση του βαθμολογίου, την υπηρεσιακή εξέλιξη, την επιλογή προϊσταμένων και την αναδιοργάνωση του ΕΚΔΔΑ και της ΕΣΔΔΑ επιχειρεί να αλλάξει συνολικά τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί και εξελίσσεται το ανθρώπινο δυναμικό της Δημόσιας Διοίκησης. Όμως παρά τις διακηρύξεις των εκπονητών αυτής της νομοθετικής πρωτοβουλίας η πραγματικότητα απέχει πολύ.
Η ανάγκη εκσυγχρονισμού είναι δεδομένη. Το Δημόσιο χρειάζεται αξιοκρατία, αποτελεσματικότητα, σύγχρονες γνώσεις και δεξιότητες, ψηφιακό μετασχηματισμό, διαρκή επιμόρφωση και στελέχη με υψηλή επιστημονική και διοικητική επάρκεια.
Το ζήτημα, όμως, δεν είναι αν χρειαζόμαστε μεταρρύθμιση. Το ζήτημα είναι ποια μεταρρύθμιση χρειαζόμαστε και προς ποια κατεύθυνση θέλουμε να κινηθεί το Δημόσιο. Η δική μας αντίληψη για τη μεταρρύθμιση του κράτους δεν ταυτίζεται με ένα Δημόσιο όπου παρά τα όποια φίλτρα εξετάσεων ή πιστοποίησης τελικά κυριαρχεί η έννοια της διοικητικής διακριτικής ευχέρειας. Θέλουμε ένα Δημόσιο σύγχρονο και αποτελεσματικό, αλλά ταυτόχρονα δημοκρατικό, αξιοκρατικό, επιστημονικά συγκροτημένο και κοινωνικά υπεύθυνο.
Η κυβέρνηση της Ν.Δ στα επτά χρόνια της θητείας της δεν διαμόρφωσε τις συνθήκες ώστε για μεγάλο μέρος του Δημοσίου να γίνουν κρίσεις για τις θέσεις ευθύνης στη διοίκηση. Είναι τουλάχιστον αντιφατικό έως και υποκριτικό το να υποστηρίζεται πως αυτοί που επέλεξαν ως πολιτική την απουσία αυτής της διαδικασίας θα είναι αυτοί που θα διαμορφώσουν με όρους ευθύνης, αξιοκρατίας και ορθολογισμού αυτό το τόσο σοβαρό θέμα.
Η νέα δομή του συστήματος διαμορφώνει ισχυρές μορφές κατηγοριοποίησης καθώς το νομοσχέδιο εισάγει επτά βαθμούς και συνδέει σε μεγάλο βαθμό την ανώτερη βαθμολογική εξέλιξη με την κατοχή θέσεων ευθύνης. Παράλληλα, η προαγωγή δεν στηρίζεται πλέον μόνο στον χρόνο υπηρεσίας, αλλά συνδέεται με την αξιολόγηση, τις δεξιότητες και τους Δείκτες Ανάπτυξης Σταδιοδρομίας. Έτσι, η διαδρομή της υπηρεσιακής εξέλιξης αποκτά εξαιρετικά σύνθετα χαρακτηριστικά και υπόκειται σε μια σειρά διαδοχικών προϋποθέσεων στις οποίες η προσωπική θεώρηση ή η διοικητική ευχέρεια αποκτούν καθοριστικό πρόσημο.
Η υπηρεσιακή πορεία του εργαζομένου δηλαδή παύει να στηρίζεται σε ένα σταθερό και προβλέψιμο πλαίσιο και εξαρτάται ολοένα περισσότερο από διαδοχικές κρίσεις, αξιολογήσεις και πιστοποιήσεις.
Αυτό το σχήμα όμως διαμορφώνει μια εξαιρετικά αυστηρή ιεραρχία και την ίδια στιγμή για τους πολλούς υψώνονται τείχη καθώς εξοστρακίζονται στους χαμηλότερους βαθμούς, αποκλεισμένοι ουσιαστικά από την προοπτική της εξέλιξης. Η μετάβαση από το ισχύον πενταβάθμιο στο νέο επταβάθμιο σύστημα, με τους βαθμούς Α΄ έως Γ΄ να συνδέονται πλέον ουσιαστικά με την κατοχή συγκεκριμένων θέσεων ευθύνης, μετατρέπει τον βαθμό από αποτύπωση της επαγγελματικής διαδρομής του υπαλλήλου σε αντανάκλαση της τρέχουσας θέσης του, με αποτέλεσμα υπάλληλος που δεν επανεπιλέγεται σε θέση ευθύνης να επιστρέφει σε χαμηλότερο βαθμό.
Η εμπειρία στο επαγγελματικό πεδίο δεν αποτελεί πια τον ισχυρό και συστημικού χαρακτήρα πυρήνα της υπηρεσιακής διαδρομής. Αντίθετα αντικαθίσταται σταδιακά από ένα σύστημα διαρκούς αξιολόγησης, πιστοποίησης και εξέτασης που δεν αναγνωρίζει το σύνολο της υπηρεσιακής διαδρομής: την εμπειρία, την επιστημονική συγκρότηση, τη γνώση του αντικειμένου, την επαγγελματική επάρκεια και την πραγματική συμβολή του εργαζομένου στη λειτουργία της υπηρεσίας. Αντί δηλαδή να αντιμετωπίζονται οι αδυναμίες του προηγούμενου συστήματος, δημιουργούνται νέα και διαδοχικά φίλτρα: αξιολόγηση, δεξιότητες, «υψηλή επίδοση και δυνατότητες», πιστοποιήσεις, μητρώα, εξετάσεις και επανεξετάσεις. Η υπηρεσιακή εξέλιξη κινδυνεύει έτσι να μετατραπεί σε έναν διαρκή κύκλο αξιολόγησης και πιστοποίησης.
Την ίδια ώρα το σύστημα επιλογής προϊσταμένων δομείται στη λογική των διαδοχικών φίλτρων πρόσβασης τα οποία μπορούν τελικά να λειτουργήσουν και ως αφορμές αποκλεισμού από τη διαδικασία ενώ την ίδια στιγμή δεν θεσμοποιούνται οι ασφαλιστικές δικλείδες για αντικειμενικότητα και αξιοκρατία στη διαδικασία. Η κυρίαρχη θέση στο σύστημα της σημασίας της προηγούμενης άσκησης καθηκόντων ευθύνης η οποία σε μεγάλο μέρος του Δημοσίου προέρχεται από ένα καθεστώς όπου απουσίασαν για χρόνια οι διαδικασίες κρίσεων οδηγεί σε μια πραγματικότητα αναπαραγωγής διαδρομών με πρόσημο την ανισότητα. Ιδιαίτερα προβληματική είναι η υπερβολική σύνδεση του βαθμού με την κατοχή θέσης ευθύνης. Ο βαθμός δεν μπορεί να αποτελεί ένα προσωρινό διοικητικό προνόμιο που συνδέεται με το αν κάποιος επελέγη ή δεν επελέγη εκ νέου ως προϊστάμενος.
Το νομοσχέδιο προϋποθέτει διοικητική ωριμότητα (αξιόπιστα συστήματα αξιολόγησης, εκπαιδευμένους αξιολογητές, περιγράμματα θέσεων) που δεν έχει ακόμη αναπτυχθεί, ενώ έννοιες όπως το Ενιαίο Πλαίσιο Δεξιοτήτων και οι Δείκτες Ανάπτυξης Σταδιοδρομίας παραμένουν χωρίς μετρήσιμο περιεχόμενο, παραπεμπόμενες σε μελλοντικό οδηγό του Υπουργείου Εσωτερικών. Παράλληλα ανατρέπεται ο Κώδικας Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων (ν.3528/2007) και αντικαθίσταται ο τρόπος επιλογής προϊσταμένων του ν.4674/2020 χωρίς ο τελευταίος να έχει ποτέ αποτιμηθεί.
Ανάλογες εγγυήσεις απαιτούνται και στο πειθαρχικό πεδίο. Η σύνδεση πειθαρχικού ελέγχου, αξιολόγησης και υπηρεσιακής εξέλιξης πρέπει να συνοδεύεται από ισχυρές θεσμικές δικλείδες. Ιδιαίτερα κρίσιμο είναι να διασφαλίζεται ότι η άσκηση νόμιμων συνδικαλιστικών δικαιωμάτων δεν μπορεί να μετατρέπεται σε παράγοντα υπηρεσιακής ή πειθαρχικής πίεσης.
Σοβαρό προβληματισμό για το πως θα εξελιχθούν τα πράγματα προκαλεί η μεταφορά μεγάλου μέρους του ουσιαστικού περιεχομένου του συστήματος από τον νόμο σε μεταγενέστερες υπουργικές αποφάσεις, κανονιστικές πράξεις και διοικητικές ρυθμίσεις..
Το πρόβλημα του νομοσχεδίου δεν είναι μία επιμέρους διάταξη. Είναι η συνολική φιλοσοφία του.
Ένα σύστημα επιλογής προϊσταμένων οφείλει να αναγνωρίζει το σύνολο των στοιχείων (υπηρεσιακή διαδρομή, επιστημονική συγκρότηση, εμπειρία, γνώση του αντικειμένου, επαγγελματική του επάρκεια και πραγματική συμβολή στη λειτουργία της δημόσιας υπηρεσίας) και να περιορίζει, όχι να διευρύνει, την πολιτική και διοικητική αυθαιρεσία.
Δεν απορρίπτουμε την ανάγκη εκσυγχρονισμού του βαθμολογίου, της επιλογής προϊσταμένων και της εκπαίδευσης των δημοσίων υπαλλήλων. Εκφράζουμε την αντίθεση μας σε ένα σχήμα που μετατρέπεται σε μία αλυσίδα διαδοχικών φίλτρων, με αυξημένο βάρος της εξέτασης, υποβάθμιση των επιστημονικών προσόντων και διατήρηση σημαντικού περιθωρίου διακριτικής ευχέρειας της διοίκησης.
Το Δημόσιο πρέπει να λειτουργεί με υπαλλήλους που θα λειτουργούν σε ένα καθεστώς κράτους δικαίου και αξιοκρατίας και όχι σε ένα καθεστώς που θα κυριαρχείται από τις στοχεύσεις και επιλογές της πολιτικής εξουσίας.
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΗ ΠΡΩΤΟΠΟΡΙΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου