Σε τροχιά νέου ρεκόρ κινείται η έξοδος των ασφαλισμένων προς τη σύνταξη, με το 2026 να εξελίσσεται σε μία από τις χρονιές με τη μεγαλύτερη κινητικότητα από την ίδρυση του ΕΦΚΑ.
Τα στοιχεία του συστήματος ΑΤΛΑΣ αποτυπώνουν την ένταση του φαινομένου και προβληματίζουν ιδιαίτερα τα στελέχη του υπουργείου Εργασίας και του υπερτεμείου ασφάλισης. Είναι χαρακτηριστικό οτι στο πρώτο οκτάμηνο του έτους υποβλήθηκαν περίπου 144.000 νέες αιτήσεις συνταξιοδότησης, έναντι 128.756 την αντίστοιχη περίοδο του 2025.
Πρόκειται για αύξηση σχεδόν 12%, ενώ μόνο τον Αύγουστο καταγράφηκαν περίπου 14.000 αιτήσεις, από 11.881 τον ίδιο μήνα πέρυσι.
Εφόσον ο ρυθμός διατηρηθεί, οι αιτήσεις εκτιμάται ότι μπορούν να ξεπεράσουν τις 216.000 μέχρι το τέλος Δεκεμβρίου, ενώ δεν αποκλείεται να κινηθούν ακόμη και πάνω από τις 225.000. Το τελευταίο τετράμηνο του έτους, άλλωστε, παραδοσιακά καταγράφεται αυξημένη κινητικότητα, καθώς αρκετοί ασφαλισμένοι επιλέγουν να οριστικοποιήσουν την έξοδό τους πριν από την αλλαγή του έτους.
Τι σπρώχνει τους ασφαλισμένους προς την έξοδο
Πίσω από το νέο κύμα συνταξιοδότησης βρίσκεται ένας συνδυασμός παραγόντων. Στελέχη της κοινωνικής ασφάλισης εντοπίζουν ως μία από τις βασικές αιτίες την ανησυχία για ενδεχόμενες μελλοντικές αλλαγές στα όρια ηλικίας.
Την ίδια στιγμή, αρκετοί ασφαλισμένοι εκτιμούν ότι η παραμονή τους για επιπλέον χρόνια στην αγορά εργασίας δεν θα οδηγήσει σε ανάλογη ενίσχυση του τελικού ποσού της σύνταξής τους.
Υπάρχει όμως πλέον και ένας δεύτερος παράγοντας που αλλάζει την εξίσωση. Η δυνατότητα να πάρει κάποιος σύνταξη χωρίς να εγκαταλείψει την εργασία του.
Μετά την κατάργηση της περικοπής 30% στη σύνταξη των εργαζόμενων συνταξιούχων, η εικόνα έχει αλλάξει θεαματικά. Κι αυτό διότι περίπου 298.500 συνταξιούχοι έχουν δηλώσει στον ΕΦΚΑ ότι εξακολουθούν να εργάζονται, ενώ από όσους συνταξιοδοτήθηκαν μέσα στο 2025 περίπου ένας στους δύο συνέχισε να απασχολείται.
Για ένα σημαντικό κομμάτι των ασφαλισμένων, επομένως, η αίτηση συνταξιοδότησης δεν ισοδυναμεί πλέον υποχρεωτικά με έξοδο από την αγορά εργασίας. Αντίθετα, δημιουργεί τη δυνατότητα συνδυασμού του μισθού ή του επαγγελματικού εισοδήματος με τη σύνταξη.
Το μοντέλο αυτό εμφανίζεται ιδιαίτερα ελκυστικό στους ελεύθερους επαγγελματίες και στους επιστήμονες. Γιατροί, δικηγόροι, μηχανικοί, φαρμακοποιοί ή συμβολαιογράφοι μπορούν να συνταξιοδοτηθούν και ταυτόχρονα να συνεχίσουν την επαγγελματική τους δραστηριότητα, προσθέτοντας ένα σταθερό συνταξιοδοτικό εισόδημα στις αποδοχές από την εργασία τους.
Το «αγκάθι» των χαμηλών συντάξεων
Η μαζική έξοδος καταγράφεται, πάντως, σε μια περίοδο κατά την οποία τα ποσά των συντάξεων παραμένουν χαμηλά για μεγάλο μέρος των δικαιούχων.
Τον Αύγουστο η μέση κύρια σύνταξη διαμορφώθηκε στα 867,71 ευρώ μεικτά, ενώ περισσότερο από το 57% των κύριων συντάξεων γήρατος βρίσκεται κάτω από το όριο των 1.000 ευρώ.
Συγκεκριμένα, 1.130.716 συντάξεις γήρατος δεν ξεπερνούν τα 1.000 ευρώ μεικτά, ενώ 264.664 από αυτές φτάνουν έως τα 500 ευρώ.
Ακόμη μεγαλύτερη είναι η πίεση για τους νέους συνταξιούχους του ιδιωτικού τομέα. Η μέση δαπάνη για τις νέες κύριες συντάξεις που απονεμήθηκαν τον Αύγουστο περιορίστηκε στα 775,78 ευρώ.
Στον αντίποδα, οι 1.055 νέες κύριες συντάξεις πρώην δημοσίων υπαλλήλων που απονεμήθηκαν τον ίδιο μήνα διαμορφώθηκαν κατά μέσο όρο στα 1.229,85 ευρώ μεικτά. Η απόσταση από τις νέες συντάξεις του ιδιωτικού τομέα φτάνει έτσι περίπου τα 454 ευρώ τον μήνα.
Έμπειροι νομικοί επισημαίνουν οτι η πραγματικότητα εξηγεί σε σημαντικό βαθμό και την εκρηκτική αύξηση των εργαζόμενων συνταξιούχων. Για αρκετούς, η συνέχιση της εργασίας μετά τη συνταξιοδότηση δεν αποτελεί απλώς προσωπική επιλογή, αλλά έναν τρόπο να συμπληρώσουν ένα συνταξιοδοτικό εισόδημα που συχνά παραμένει κάτω από τα 1.000 ευρώ.
Αναδημοσίευση από https://callnews.gr/
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου