Στροφή στην ανοδική πορεία των εισοδημάτων περίπου 600.000 δημοσίων υπαλλήλων σηματοδότησε το 2023, έπειτα από μια μακρά περίοδο μισθολογικού παγώματος και περιορισμών που είχαν επιβληθεί την περίοδο της δημοσιονομικής κρίσης. Από τότε και μέχρι σήμερα η μισθολογική πολιτική στο Δημόσιο έχει περάσει σταδιακά από τη στασιμότητα σε ένα μοντέλο διαδοχικών αυξήσεων, οι οποίες ενισχύουν τόσο τους βασικούς μισθούς όσο και, σε διαφορετικό βαθμό ανά κατηγορία εργαζομένων, το διαθέσιμο εισόδημα.
Η αλλαγή αυτή, ωστόσο, δεν έχει εξαλείψει τις απώλειες των προηγούμενων ετών. Αντίθετα, μία νέα μελέτη του Πανελλήνιου Συλλόγου Υπαλλήλων ΟΑΕΔ – τ. ΟΕΕ – τ. ΟΕΚ επιχειρεί να αποτυπώσει με αριθμούς το πραγματικό αποτύπωμα της περιόδου 2009-2025, εξετάζοντας όχι μόνο τις ονομαστικές αυξήσεις αλλά και την επίδραση του πληθωρισμού, της φορολογίας, των κρατήσεων, της κατάργησης του 13ου και 14ου μισθού, της απώλειας μισθολογικών κλιμακίων και της υπερωριακής εργασίας.
Το βασικό συμπέρασμα είναι πως οι αυξήσεις των τελευταίων ετών, παρά τη θετική επίδρασή τους, δεν έχουν καλύψει το σύνολο της εισοδηματικής απόστασης που δημιουργήθηκε από το 2009 και μετά. Οι περικοπές μισθών και επιδομάτων που εφαρμόστηκαν από το 2010 και έπειτα ακολουθήθηκαν από μια μακρά περίοδο χωρίς οριζόντιες αυξήσεις. Για πολλά χρόνια οι μεταβολές στις αποδοχές προέρχονταν κυρίως από την υπηρεσιακή εξέλιξη, την αλλαγή μισθολογικών κλιμακίων ή ειδικές κατηγορίες εργαζομένων και όχι από γενικευμένες αυξήσεις των βασικών μισθών.
Η πρώτη ουσιαστική αλλαγή ήρθε το 2023.
Η κατάργηση της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης για τα εισοδήματα των δημοσίων υπαλλήλων, σε συνδυασμό με παρεμβάσεις στις κρατήσεις, αύξησε το καθαρό εισόδημα των εργαζομένων, χωρίς όμως να πρόκειται για οριζόντια αύξηση του βασικού μισθού. Η μεγάλη αλλαγή ήρθε από την 1η Ιανουαρίου 2024, όταν εφαρμόστηκε οριζόντια αύξηση 70 ευρώ μεικτά τον μήνα στους βασικούς μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων.
Παράλληλα, αυξήθηκε η οικογενειακή παροχή για τους εργαζόμενους με παιδιά, ενώ ενισχύθηκε και το επίδομα θέσης ευθύνης. Πρόκειται για παρεμβάσεις που σηματοδότησαν την επιστροφή των γενικευμένων αυξήσεων στο Δημόσιο έπειτα από πολλά χρόνια.
Η ανοδική πορεία συνεχίστηκε το 2025.
Από την 1η Απριλίου 2025 προστέθηκαν άλλα 30 ευρώ μεικτά τον μήνα, στο πλαίσιο της σύνδεσης των μισθών του Δημοσίου με την εξέλιξη του κατώτατου μισθού. Την ίδια στιγμή, η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών ενίσχυσε περαιτέρω το καθαρό διαθέσιμο εισόδημα. Νέα αύξηση, ύψους 40 ευρώ μεικτά τον μήνα, εφαρμόστηκε από τον Απρίλιο του 2026 μέσω του ίδιου μηχανισμού αναπροσαρμογής. Έτσι, από το 2024 έως το 2026 οι οριζόντιες αυξήσεις στους βασικούς μισθούς φτάνουν συνολικά τα 140 ευρώ μεικτά τον μήνα. Το πραγματικό όφελος, βέβαια, διαφέρει ανάλογα με τα χρόνια υπηρεσίας, την κατηγορία εκπαίδευσης, την οικογενειακή κατάσταση, τα επιδόματα και τη θέση ευθύνης.
Σύγκριση με τιμές
Η εικόνα αλλάζει σημαντικά όταν οι ονομαστικές αυξήσεις συγκριθούν με την εξέλιξη των τιμών. Η μελέτη εξετάζει τρία αντιπροσωπευτικά προφίλ υπαλλήλων ΔΕ, ΤΕ και ΠΕ, τα οποία είχαν κοινή αφετηρία 15 έτη υπηρεσίας στις 31 Δεκεμβρίου 2009. Σε ονομαστικούς όρους το καθαρό ετήσιο εισόδημα έως το 2025 αυξήθηκε μόλις κατά 1,5% για τον ΔΕ, 12,2% για τον ΤΕ και 13,2% για τον ΠΕ.
Όταν όμως συνυπολογίζεται ο πληθωρισμός, η πραγματική αγοραστική δύναμη μειώνεται κατά 20,4% για τον ΔΕ, 12% για τον ΤΕ και 11,2% για τον ΠΕ.
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο δύσκολη για τα νοικοκυριά όταν εξεταστούν οι βασικές κατηγορίες δαπανών. Σύμφωνα με τα στοιχεία που χρησιμοποιεί η μελέτη, ο Γενικός Δείκτης Τιμών Καταναλωτή αυξήθηκε κατά 27,46% μεταξύ 2009 και 2025.
Ακόμη μεγαλύτερη ήταν η αύξηση στο σταθερό καλάθι διατροφής, στέγασης και μεταφορών, το οποίο αυξήθηκε κατά 44,8%. Με βάση αυτό το καλάθι, η απώλεια αγοραστικής δύναμης διαμορφώνεται σε 29,9% για τον ΔΕ, 22,5% για τον ΤΕ και 21,8% για τον ΠΕ. Στο επίκεντρο της ανάλυσης βρίσκεται η κατάργηση των δώρων Χριστουγέννων, Πάσχα και του επιδόματος αδείας. Με βάση τα επίπεδα μισθών του 2025, οι δύο επιπλέον βασικοί μισθοί αντιστοιχούν σε 2.981 ευρώ για τον ΔΕ, 3.799 ευρώ για τον ΤΕ και 4.021 ευρώ για τον ΠΕ. Σε σωρευτικούς όρους η μεικτή απώλεια από την κατάργηση των δύο μισθών προσεγγίζει, σύμφωνα με το οικονομικό σενάριο της μελέτης, τα 37.000 ευρώ για τον ΔΕ, τα 48.000 ευρώ για τον ΤΕ και τα 51.000 ευρώ για τον ΠΕ.
Η διετία Τσίπρα
Μία ακόμη παράμετρος που αναδεικνύεται είναι η λεγόμενη «χαμένη» διετία 2016-2017. Τα συγκεκριμένα δύο χρόνια δεν προσμετρήθηκαν στη μισθολογική εξέλιξη των δημοσίων υπαλλήλων. Η απώλεια, σύμφωνα με τη μελέτη, δεν περιορίστηκε στα δύο συγκεκριμένα έτη, αλλά επηρέασε και την πορεία προς τα επόμενα μισθολογικά κλιμάκια. Έως τις 31 Δεκεμβρίου 2025 η επιβεβαιωμένη μεικτή απώλεια για τα τρία προφίλ ανέρχεται σε 3.600 ευρώ για τον ΔΕ, 5.940 ευρώ για τον ΤΕ και 6.372 ευρώ για τον ΠΕ.
Σημαντικό κεφάλαιο της μελέτης αποτελεί και η υπερωριακή εργασία. Το ανώτατο όριο της απογευματινής υπερωρίας μειώθηκε από 720 ώρες ετησίως το 2009 σε 240 ώρες, ενώ παράλληλα άλλαξε ο τρόπος υπολογισμού της ωριαίας αποζημίωσης.
Η αποζημίωση μειώθηκε από το 1/200 στο 1/280 του βασικού μισθού. Για τα τρία εξεταζόμενα προφίλ αυτό μεταφράζεται σήμερα σε μόλις 5,49 ευρώ, 6,95 ευρώ και 7,35 ευρώ μεικτά ανά ώρα.
Η σύγκριση με τον ιδιωτικό τομέα αναδεικνύει ακόμη μεγαλύτερη διαφορά. Για αντίστοιχους βασικούς μισθούς, η νόμιμη υπερωριακή αμοιβή στον ιδιωτικό τομέα υπολογίζεται σε 12,92 ευρώ, 16,35 ευρώ και 17,29 ευρώ την ώρα.
Με βάση τα στοιχεία της μελέτης, η υπερωριακή ώρα στο Δημόσιο αντιστοιχεί περίπου στο 42,5% της αντίστοιχης αμοιβής στον ιδιωτικό τομέα. Εφόσον διατηρηθεί το σημερινό όριο των 20 ωρών υπερωρίας τον μήνα και αλλάξει μόνο ο τρόπος υπολογισμού της αμοιβής, η ετήσια μεικτή αποζημίωση θα μπορούσε να αυξηθεί περίπου κατά 135%.
Η συνολική εικόνα από το 2016 είναι σύνθετη. Από τη μία πλευρά, οι δημόσιοι υπάλληλοι έχουν επιστρέψει από το 2023 και μετά σε μια περίοδο αυξήσεων ύστερα από χρόνια μισθολογικής στασιμότητας. Από την άλλη, οι αυξήσεις αυτές δεν έχουν εξαφανίσει τις απώλειες που συσσωρεύτηκαν από το 2009.
Εφημερίδα Απογευματινή
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου