Η διακηρυγμένη πρόθεση της κυβέρνησης και του Πρωθυπουργού να θέσουν στην επερχόμενη συνταγματική αναθεώρηση ως κυρίαρχο ζήτημα την άρση της μονιμότητας αποτυπώνει τις θεωρήσεις και τις προτεραιότητες τους.
Δεν είναι λοιπόν το πρώτο θέμα η φτωχοποίηση των εργαζομένων, δεν είναι κυρίαρχο πρόβλημα η ακρίβεια, οι εργασιακές συνθήκες, η λειτουργία του κράτους δικαίου, η ανάγκη για λογοδοσία και απονομή Δικαιοσύνης, η επιστροφή της γεωπολιτικής με τρόπο αδυσώπητο για το αύριο.
Το πρόβλημα δεν είναι καν η υποστελέχωση, η λειτουργία των δομών, η απουσία ουσιαστικού σχεδιασμού και υποστήριξης του Δημοσίου Τομέα. Το πρόβλημα είναι η άρση της μονιμότητας. Μια πολιτική η οποία θα συμπληρωθεί από την υποχώρηση των δημόσιων αγαθών και τη διαμόρφωση ενός οδικού χάρτη που θα εκχωρήσει σχεδόν τα πάντα στους ιδιώτες.
Η μονιμότητα όμως δεν είναι ένα προνόμιο ούτε μια τυπική διάταξη του Υπαλληλικού Κώδικα. Είναι ένας θεμελιώδης θεσμός που προστατεύει το δημόσιο συμφέρον, τη νομιμότητα και τη συνέχεια του κράτους. Στο κράτος η μονιμότητα διασφαλίζει ότι οι υπάλληλοι θα σέβονται το Σύνταγμα και τον νόμο (κι όχι τον πολιτικό τους προϊστάμενο σε περίπτωση που υπάρχει διάσταση ανάμεσα στον νόμο και σε αυτό που ζητά ο υπουργός).
Στην Ελλάδα έχει καλλιεργηθεί επί δεκαετίες η εντύπωση ότι η μονιμότητα είναι «το πρόβλημα». Ότι εμποδίζει την αποτελεσματικότητα, ότι παράγει αδράνεια, ότι προστατεύει τους «ανίκανους». Αυτή η αφήγηση είναι πολιτικά βολική, αλλά επιστημονικά αβάσιμη. Τα τελευταία χρόνια εκατοντάδες υπάλληλοι απομακρύνθηκαν λόγω πειθαρχικών παραπτωμάτων.
Το ζήτημα της μονιμότητας στην πραγματικότητα αφορά με τρόπο κυρίαρχο τα ακόλουθα πεδία λειτουργίας του ελληνικού κράτους.
- Τη σχέση πολιτικής – διοίκησης.
- Τη λειτουργία και την ποιότητα της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου.
- Την ικανότητα του κράτους να σχεδιάζει, να εφαρμόζει, να παράγει δημόσιες πολιτικές.
115 χρόνια έχουν περάσει από την καθιέρωση της μονιμότητας των Δημοσίων Υπαλλήλων με το Σύνταγμα του 1911. Η στόχευση της πολιτικής αυτής ήταν να μπει ένα τέλος στην πρακτική της απόλυσης των δημοσιών υπαλλήλων κάθε φορά που άλλαζε η κυβέρνηση. Η άρση της μονιμότητας επαναφέρει τις χειρότερες εκφάνσεις του κοτζαμπασισμού στη δημόσια ζωή.
Η κυβέρνηση που επικοινωνιακά παρουσιάζει την άρση της μονιμότητας ως βαθιά μεταρρύθμιση είναι η ίδια κυβέρνηση που με τις πολιτικές της γιγάντωσε τη στρατιά των μετακλητών υπαλλήλων ενώ ταυτόχρονα με την προσφιλή τακτική της ανάθεσης σημαντικού μέρους του έργου διαφόρων υπουργείων και δομών σε υψηλού κόστους εταιρείες συμβούλων, έχει οδηγήσει στην απαξίωση του προσωπικού που υπηρετεί σε κρίσιμες υπηρεσίες και στην σταδιακή απίσχνασή του.
Την ίδια ώρα παγιώνεται και βαθαίνει ως κανονικότητα η απασχόληση χιλιάδων εργαζομένων σε μορφές ελαστικής εργασίας. Σχολεία, δήμοι, νοσοκομεία, υπηρεσίες όπως η ΔΥΠΑ λειτουργούν με την εργασία που προσφέρουν χιλιάδες συμβασιούχοι. Με αυτόν τον τρόπο όμως η μονιμότητα καταργείται σταδιακά από την πίσω πόρτα. Για ένα μεγάλο μέρος του δημόσιου η μονιμότητα έχει ήδη αρθεί Όμως χωρίς σταθερή και μόνιμη εργασία δεν χτίζεις γνώση, συνέχεια και θεσμική μνήμη στη δημόσια διοίκηση.
Η συζήτηση για τη λειτουργία του Κράτους, τα δημόσια αγαθά, την αξιολόγηση και την αξιοκρατία είναι μια εξαιρετικά σοβαρή συζήτηση. Σε μια πραγματικότητα όπου έχει σπάσει κάθε ρεκόρ πρόσληψης μετακλητών, όπου για χρόνια δεν έχουν γίνει κρίσεις για τις θέσεις ευθύνης σε μεγάλο κομμάτι του Δημοσίου και όπου τα δημόσια αγαθά της υγείας και της παιδείας υποχωρούν, η ανάγκη για σοβαρές μακροπρόθεσμες πολιτικές μέσα από εθνικό διάλογο και επιστημονική τεκμηρίωση είναι πιο ισχυρή από ποτέ. Η εργαλειοποίηση του κοινωνικού αυτοματισμού εν όψει της επικείμενης συνταγματικής αναθεώρησης δεν είναι αυτό που χρειάζεται σήμερα η ελληνική κοινωνία.
Η συζήτηση για τη μονιμότητα είναι συζήτηση για το μέλλον της ελληνικής δημοκρατίας. Για το πώς αντιλαμβανόμαστε την εξουσία, τον πολίτη, τον ρόλο του κράτους.
Χωρίς μονιμότητα:
- ο υπάλληλος δεν προστατεύεται,
- η διοίκηση διστάζει να πει δύσκολες αλήθειες στην πολιτική ηγεσία,
- η διαφθορά δεν αποκαλύπτεται,
- οι δημόσιες πολιτικές δεν έχουν συνέχεια,
- το κράτος κινδυνεύει να μετατραπεί σε εργαλείο της εκάστοτε εκτελεστικής εξουσίας, αντί σε θεσμικό εγγυητή του δημοσίου συμφέροντος.
Γι’ αυτό και οι περισσότερες σύγχρονες δημοκρατίες έχουν μονιμότητα.
Όχι από συνήθεια. Από ανάγκη.
Η μονιμότητα δεν είναι αναχρονισμός. Είναι προαπαιτούμενο στις δημοκρατίες που θέλουν διοίκηση επαγγελματική και όχι Κομματική.
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΗ ΠΡΩΤΟΠΟΡΙΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου