Το Προσχέδιο του Προϋπολογισμού 2027 επιβεβαιώνει το οριστικό διαζύγιο της κυβέρνησης του κ. Μητσοτάκη από την κοινωνία.
- Την ώρα που οι εργαζόμενοι μετρούν τις ημέρες μέχρι την επόμενη πληρωμή, η κυβέρνηση μετρά πλεονάσματα και πανηγυρίζει.
- Την ώρα που οι οικογένειες περιορίζουν ακόμη και βασικές ανάγκες, το οικονομικό επιτελείο παρουσιάζει μια εικόνα ευημερίας που απέχει προκλητικά από την καθημερινότητά τους.
Ακρίβεια, χαμηλοί μισθοί, τεράστια ενοίκια, αυτή είναι η πραγματικότητα πίσω από την κυβερνητική βιτρίνα.
Όσο κι αν ψάξει κανείς στο κατατεθέν προσχέδιο, δεν θα μπορέσει να εντοπίσει μια χαραμάδα ελπίδας για την ακρίβεια που συμπιέζει αφόρητα τα χαμηλά εισοδήματα, για τα τέσσερα εκατομμύρια ΑΦΜ που βρίσκονται παγιδευμένα στο ιδιωτικό χρέος, καθώς και για τη μη τουριστική Ελλάδα που βιώνει συρρίκνωση και παρακμή.
Το προσχέδιο προβλέπει πρωτογενές πλεόνασμα 3,6% του ΑΕΠ δηλαδή 9,55 δισεκατομμύρια ευρώ για το 2027, ενώ αναγνωρίζει ότι ο πληθωρισμός θα συνεχιστεί, με πρόβλεψη 2,6%, μετά την αναθεωρημένη εκτίμηση για 3,8% το 2026, αντί για την αρχική πρόβλεψη για 2,2%. Η ίδια η κυβέρνηση, επομένως, παραδέχεται ότι οι τιμές θα εξακολουθήσουν να αυξάνονται. Η υποχώρηση του ρυθμού του πληθωρισμού δεν σημαίνει επιστροφή των τιμών στα προηγούμενα επίπεδα. Σημαίνει νέες ανατιμήσεις πάνω στις ήδη συσσωρευμένες.
Για τον εργαζόμενο, όμως, το κρίσιμο μέγεθος είναι τι απομένει όταν πληρώσει το σούπερ μάρκετ, το ρεύμα, το ενοίκιο, τα καύσιμα και τις ανάγκες των παιδιών του. Κι εκεί η κυβερνητική θριαμβολογία καταρρέει.
Τα υπερπλεονάσματα δεν μπορούν να προβάλλονται ως εθνικό κατόρθωμα όταν συνυπάρχουν με κοινωνική ασφυξία. Η ακρίβεια αυξάνει το ποσό του ΦΠΑ που πληρώνει ο καταναλωτής για την ίδια αγορά. Έτσι, η πίεση στο οικογενειακό εισόδημα τροφοδοτεί τα φορολογικά έσοδα και, στη συνέχεια, η κυβέρνηση εμφανίζει ως γενναιοδωρία την επιστροφή ενός μέρους των χρημάτων που έχουν ήδη καταβάλει οι πολίτες. Δεν αποδεχόμαστε μια πολιτική που εισπράττει διαρκώς από τους πολλούς και τους ζητά να ευγνωμονούν για τις αποσπασματικές παροχές.
Οι χαμηλοί μισθοί δεν αντιμετωπίζονται με επικοινωνιακή διαχείριση. Η πρόβλεψη για επίδομα 500 ευρώ (μεικτά!) στους δημοσίους υπαλλήλους από τον Δεκέμβριο του 2027 δεν ισοδυναμεί με αποκατάσταση του 13ου και του 14ου μισθού. Δεν αναπληρώνει τις συσσωρευμένες απώλειες ούτε εξασφαλίζει αξιοπρεπές εισόδημα σε όλη τη διάρκεια του έτους. Η κυβέρνηση οφείλει να απαντήσει: πώς θα ζήσει αξιοπρεπώς ένας νέος σήμερα; Πώς θα πληρώσει κατοικία στον τόπο διορισμού ή πρόσληψής του; Πώς θα συντηρήσει δεύτερο σπίτι όταν υπηρετεί μακριά από την οικογένειά του; Πώς θα σχεδιάσει τη ζωή του όταν ο μισθός του εξαντλείται στις ανελαστικές υποχρεώσεις;
Η στεγαστική κρίση απαιτεί ουσιαστικές παρεμβάσεις. Τα δανειακά προγράμματα δεν αρκούν για όσους δεν μπορούν να αναλάβουν ένα στεγαστικό δάνειο ή χρειάζονται σήμερα ένα ενοικιαζόμενο σπίτι.
Η κυβέρνηση πρέπει να απαντήσει σε αυτά τα συγκεκριμένα ζητήματα.
Δεν μπορεί η κοινωνική στήριξη να αντιμετωπίζεται ως δημοσιονομικό βάρος και η εξάντληση των εργαζομένων ως αποδεκτό κόστος. Δεν μπορεί η δημόσια Υγεία και παιδεία να περιμένει όσα περισσεύουν μετά την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων.
διεκδικούμε:
·Ουσιαστικές και μόνιμες αυξήσεις στους μισθούς, με αποκατάσταση του 13ου και του 14ου μισθού.
·Μείωση των έμμεσων φόρων στα βασικά αγαθά και αποτελεσματικούς ελέγχους απέναντι στην αισχροκέρδεια.
Το Προσχέδιο του Προϋπολογισμού 2027 αποτελεί πολιτική επιλογή και η κυβέρνηση φέρει ακέραιη την ευθύνη. Οι εργαζόμενοι δεν οφείλουν να προσαρμόσουν τις ανάγκες τους στην κυβερνητική αυτοϊκανοποίηση. Πίσω από την πανηγυρική εικόνα των κυβερνητικών «επιτυχιών» βρίσκεται μια άδικη οικονομική πολιτική που στηρίζεται σε υψηλή φορολογική επιβάρυνση της κατανάλωσης και του εισοδήματος από εργασία.






